HAZZARD - Hazzard
HAZZARD
Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι της γενιάς μου γνωρίζουν το The Dukes of Hazzard, αλλά δεν είμαι σίγουρος πόσοι έχουν ακουστά τους Hazzard, το συγκρότημα που δημιούργησε ο Herman Frank — ναι, ο ίδιος από τους θρυλικούς Accept. Το project αυτό έδρασε από το 1982 έως το 1985, αφήνοντας πίσω του έναν και μοναδικό, ομώνυμο δίσκο το 1984, που κυκλοφόρησε από τη Mausoleum Records. Έτσι, ενώ χθες ο περισσότερος κόσμος πετούσε χαρταετούς για την Καθαρά Δευτέρα, εγώ προτίμησα να μείνω… προσγειωμένος και να του χαρίσω μια φρέσκια ακρόαση.
Αν περιμένετε να ακούσετε κάτι πανομοιότυπο με τους Accept, δεν θα πέσετε εντελώς έξω — αλλά ούτε και απόλυτα μέσα. Η προσωπική σφραγίδα ενός μουσικού δεν εξαφανίζεται ποτέ· εδώ, όμως, ο Herman είχε την ελευθερία να πειραματιστεί. Θα το περιέγραφα ως πιο μελωδικό hard rock που δεν απομακρύνεται από τις heavy metal ρίζες του. Υπάρχουν σαφώς πιο «αμερικανίζουσες» στιγμές, όπως το “Nothing at All”, που προδίδει εμφανή επιρροή από τους Van Halen — ναι, μπορείτε άνετα να κάνετε το λογοπαίγνιο με το “Jump”. Παρ’ όλα αυτά, ο δίσκος βρίσκει χώρο και για πιο γρήγορες, «δαγκωτές» στιγμές, όπως το “Satisfied”, που διατηρεί ζωντανό το χαρακτηριστικό τεουτονικό δάγκωμα.
Για να υλοποιήσει το όραμά του, ο Herman πλαισιώθηκε από μια εξαιρετικά δυνατή ομάδα μουσικών. Στα φωνητικά συμμετείχε ο Βρετανός Malcolm McNulty, με θητεία στους Weapon (NWOBHM) και αργότερα στους Sweet, ενώ το line-up συμπλήρωσαν οι Wolfgang Hettmer στο μπάσο, Günter Sander στις κιθάρες και Dieter Schmier στα τύμπανα. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος εξαιρετικά ευκολοάκουστος και προσεγμένος στην εκτέλεση, με πραγματικά δυνατές συνθέσεις όπως τα “Moonlight”, “Just a Dream” και “Killer”.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί η παραγωγή της εποχής· για κυκλοφορία του 1984 από τη Mausoleum Records, διαθέτει εκείνη τη χαρακτηριστική, ωμή αλλά δυναμική ευρωπαϊκή χροιά που οι σύγχρονες ψηφιακές remaster εκδόσεις συχνά αποδυναμώνουν. Αποτυπώνει ιδανικά μια στιγμή κατά την οποία το metal αναρωτιόταν αν θα παραμείνει στο γκαράζ ή θα περάσει στην αρένα.
Συνολικά, αν προσεγγίσετε τον δίσκο με την προσδοκία να ακούσετε κάτι στο επίπεδο των Accept, ίσως αποχωρήσετε ελαφρώς απογοητευμένοι — δεν αγγίζει εκείνα τα θρυλικά ύψη. Ωστόσο, παραμένει ένα πολύ αξιόλογο δείγμα μελωδικού, ελαφρώς αμερικανοποιημένου hard ’n’ heavy: ένα μικρό, κρυμμένο διαμαντάκι που αξίζει μια θέση στη συλλογή κάθε φίλου της εξέλιξης της metal σκηνής των 80s.
